POPADSDEALS24

Οδυσσέας Ελύτης: Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Οι Αναπνοές γιορτάζουν  τα γενέθλια του Ελύτη με ασυνήθιστα επιλεγμένες στροφές της ποίησής του.

Από τη Μαρία Λυδία Κυριακίδου

Σε ό,τι αφορά σε έναν μεγάλο δημιουργό  του λόγου, τίποτε δε μιλάει καλύτερα γι’ αυτόν από τα ίδια τέκνα της δημιουργίας του. Κι αυτό, το καταλαβαίνουμε καλύτερα, όταν μιλάμε για ποιητικά μεγέθη σαν αυτό του Οδυσσέα Ελύτη.

Οι Αναπνοές, γιορτάζουν φέτος μαζί σας τα 105 χρόνια από τη γέννησή του τρανού μας ποιητή  και μαζί με εμένα, σας παραθέτουν ορισμένεςν(ασυνήθιστα) επιλεγμένες στροφές από το ποιητικό έργο, του βραβευμένου με Νόμπελ, ποιητή μας..

Απολαύστε τις.

1.

Έχεις μια γη θανάσιμη που τη φυλλομετράς αδιάκοπα και δεν κοιμάσαι. Τόσους

λόφους λες, τόσες θάλασσες, τόσα λουλούδια. Κι η μια καρδιά σου γίνεται

πληθυντική εξιδανικεύοντας την πεμπτουσία τους. Κι όπου κι αν προχωρήσεις

ανοίγεται το διάστημα, κι όποια λέξη κι αν στείλεις στο άπειρο μ’ αγκαλιάζει.

Μάντεψε, κόπιασε, νιώσε:

 Από την άλλη μεριά είμαι ο ίδιος.
2.

Στο βυθό της μουσικής τα ίδια πράγματα σ’ ακολουθούν μετουσιωμένα. Η ζωήπαντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώσφορο στην παλάμη σουκυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σουποτισμένα στην Ενάτη καμπυλώνουν τις θύμησες και περνούν τους φθόγγους στονστερνό αέτωμα της αμφιλύκης.

3.

Μέσα στα δέντρα τούτα που θα επιζήσουμε το αίθριο πρόσωπο σου. Η αγκαλιά πουθα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της. Ο κόσμος που θα μείνει χαραγμένοςνεκεί.Ω τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μεσ’ στους φλοιούς των ελπίδων, στουςνβλαστούς των νιόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μέρας-τα κλεισμένα λόγια πουνπικράνανε τ’ ομοίωμά τους κι έγιναν οι Υπερηφάνειες.

4.

Κρύψε στο μέτωπό σου τ’ άστρο που θέλησες να βρεις μέσα στο πένθος. Και μ’ αυτό προχώρησε και μ’ αυτό πόνεσε πάνω απ’ τον πόνο των ανθρώπων. Κι άφησε τολαό των άλλων να χαμηλώνει. Εσύ ξέρεις πάντοτε περισσότερα. Γι΄ αυτό άλλωστεναξίζεις και γι’ αυτό σα σηκώνεις τη σημαία σου ένα χρώμα πικρό πέφτει στιςνόψεις των πραγμάτων που παρομοιάζουν τον τιτάνιο κόσμο.

5.

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτανΦεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές. Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ’ ένα κύμα του, εμπιστεύομαι όλος στη φορά τουΜέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουνε. Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη, ορμητήριο αναπάντεχο

6.

Στ’ αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου εγκαταλείψεις.Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχτηκε τ’ άφησε κει δε ρώτησε. Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματαφυγαν μεσ’ από τ’ άνθη. Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μιλιά τους νυχτερινή κι άθικτη. Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε. Κι όμως πίσω από τ’ αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναίσθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση. Δε φεύγει δεν επιστρέφει

7.

Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας. Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια Της όρασης. Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί. Ακούσιος καταρρέει. Μεσ’ στην ιδέα που αχρηστεύεται απ’ το μελαγχολικό Σιωπητήριο.

8.

Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας. Ο έρωτας ποιος είναι-η ζωή μετριέται με σφυγμούς, η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες. Μύλοι απάνω στις κορφές άσπρισαν τα ταξίδια τους. Η ζωή μετριέται με παλμούς, πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας. Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη, μια βαρκούλα χάνεται ευχαριστημένη. Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακιά. Οι άνθρωποι μοιάζουν, παρομοιάζουνται με τις κραυγές των φάρων. Φεύγουνε για να παν αλλού και βγαίνουνε στη θάλασσα. Ποια θάλασσα Να’ ναι αυτή που δε θυμάται τις λευκές στιγμές της μα ξαναμασάει τα λόγια της. Λύπες που γίνανε σεντόνια και χτυπούν στον άνεμο για να στεγνώσουν, και ξαναχτυπούν στον άνεμο για να’ ναι οι γλάροι. Δίπλα τους, στο πλευρό τους, ποιες να’ ναι αυτές. Ποιος κόπος ήμερος, ποια σπασμένη ενότητα, ποιος θρήνος. Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες!

9.

Λιγοστεύουν στα μάτια οι στέγες των πουλιών. Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται. Υπερήφανη κλαγγή μακριά του κόσμου. Όπλο και σφρίγος. Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού Καθαρού πριν απ’ τη δίψα Στο άπειρο.

10.

Κύκνοι σαλεύουν τα πηγαία ονόματα της ώρας. Ώρες κεντούν τα χέρια μου στη χαραυγή Σαν τόξα που σκιρτούν σε κάθε διάβα χίμαιρας. Και παίζουν όπως παίζω. Και γλυστρούν Οι ελπίδες έρχονται.

11.

Κατάστηθα στο ρεύμα Ψάρι που ψάχνει διαύγεια σ’ άλλο κλίμα. Χέρι που δεν πιστεύει τίποτε. Δεν είμαι σήμερα όπως χτες. Οι ανεμοδείχτες μ’ έμαθαν να νιώθω. Λιώνω τις νύχτες τις χαρές γυρίζω απ’ την ανάποδη. Σκορπάω τη λήθη ανοίγοντας έναν περιστερεώνα. Φεύγοντας απ’ την πίσω πόρτα τ’ ουρανού Χωρίς μιλιά στο βλέμμα. Καθώς παιδί που κρύβει ένα γαρίφαλλο Μεσ’ στα μαλλιά του.

12.

Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή και μάζεψε τα μαλλιά της νύχτας αυτής πουονειρεύεται γυμνό το σώμα της. Έχει πολλούς ορίζοντες, πολλές πυξίδες, καιμια μοίρα που καίει ακούραστη κάθε φορά και τα πενήντα δυο χαρτιά της.  Ύστεραξαναρχίζει με κάτι άλλο-με το χέρι σου, που του δίνει μαργαριτάρια για να βρει έναν πόθο, ένα νησίδιο ύπνου.Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή κι αγκάλιασε την πελώριαν άγκυρα πουηγεμονεύει τους βυθούς. Σε λίγο θα’ ναι στα σύννεφα. Κι εσύ δε θα καταλαβαίνεις, μα θα κλαις, θα κλαις για να σε φιλήσω, κι όταν πάω ν’ ανοίξω μια σχισμή στο ψέμα, ένα μικρό γαλανό φεγγίτη στη μέθη, θα με δαγκάσεις. Μικρή, ζηλιάρα της ψυχής μου σκιά, γεννήτρα μιας μουσικής κάτω απ’ το σεληνόφωτο.Στάσου λιγάκι κοντά μου.

13.

Εδώ-μέσα στα πρώιμα ψιθυρίσματα των πόθων, ένιωσες για πρώτη φορά την οδυνηρή ευτυχία του να ζεις! Μεγάλα κι αμφίβολα πουλιά σχίζαν τις παρθενιές των κόσμων σου. Σ’ ένα σεντόνι απλωμένο έβλεπαν οι κύκνοι τα μελλοντικά τουςάσματα κι από κάθε πτυχή της νύχτας ξεκινούσαν τινάζοντας τα όνειρα τους μεσ’ στα νερά, ταυτίζοντας την ύπαρξη τους με την ύπαρξη των αγκαλιών πουπρόσμεναν. Μα τα βήματα που δεν έσβησαν τα δάση τους αλλά στάθηκαν στη γλαυκή κώχη τ’ ουρανού και των ματιών σου τι γύρευαν; Ποιο έναστρο αμάρτημα πλησίαζε τους χτύπους της απελπισίας σου;Μήτε η λίμνη, μήτε η ευαισθησία της, μήτε το εύφλεκτο φάντασμα δυο συνεννοημένων χεριών δεν αξιώθηκαν ποτέ ν’ αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ρόδινο αναστάτωμα.

14.

Μέσα στα δέντρα τούτα που θα επιζήσουμε το αίθριο πρόσωπό σου. Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της. Ο κόσμος που θα μείνει χαραγμένος εκεί. Ω τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μεσ’ στους φλοιούς των ελπίδων, στους βλαστούς των νιόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μερας -τα κλεισμένα λόγια που πικράνανε τ’ομοίωμά τους κι έγιναν οι Υπερηφάνειες.

15.

Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο. Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείριστη φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και τις θάλασσες. Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέξεις και τις άφηνε πέρα σαν ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα. Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος, στο ένστιχτο. Γι’ αυτό κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ, εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας μια μοναξιά Θεού μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία. Εγώ δε έκανα τίποτε άλλο από κείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα!

16.

Αρχίσαμε μια λέξη που να μη χωράει τον ουρανό αλλά να τυραννεί την άνεσή του ανέμου καθώς ξεχύνεται στις χτυπημένες από την άρμη της προσδοκίας στεριές ή πάνω στα κρύα μουράγια όπου βαδίζει από αιώνες απόκληρος της λησμονιάς ο ίσκιος. Ορκισμένη χώρα!

17.

Ακόμη θυμόμαστε τα κουρέλια μιας πυρκαγιάς γενναιόφρονης, τα πειράματα ενός χαρταετού που σάστισε τα δάχτυλά μας ψηλά στον αγέρα ή στην αρχή ενός δρόμου όπου σταθήκαμε για ν’ αναζητήσουμε μια γυναίκα γεμάτη ανταποκρίσεις γεμάτη σκιές στοργής ταιριασμένης στα τολμηρά κεφάλια μας. Ακόμη θυμόμαστε τηναγνότητα που την είχαμε βρει τόσο αινιγματική, πλυμένη σε μιαν αυγή που αγαπούσαμε γιατί δεν ξέραμε πως μέσα μας, ακόμη πιο βαθιά, ετοιμάζαμε άλλα όνειρα πιο μεγάλα που θα’ πρεπε να σφίξουν στην αγκαλιά τους ακόμη περισσότερο χώμα, περισσότερο αίμα, περισσότερο νερό, περισσότερη φωτιά, περισσότερονΈρωτα!

18.

Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων. Ω τι ωραία που είσαι. Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα. Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή. Για να σ’ ακούω που ζεις και που διαβαίνεις!

19.

Έμβρυο πιο φωτεινής επιτυχίας-μέρα λαξεμένη με κόπο πάνω στ’ αχνάρια τουαγνώστου.Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει απ ‘τον ήλιο. Κι εσύ που μασάς τις ώρες σου σαν πικροδάφνη γίνεσαι οιωνός τρυφερού ταξιδιού μεσ’ στην αθανασία.

20.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά –κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Οδυσσέας Ελύτης  (2/11/1911 – 18/3/1996)

0 SHARES Μοιραστείτε το!


Δημοφιλέστερες Ειδήσεις